skip to Main Content

Δημογραφική απειλή και πολιτική ευθύνη – άρθρο μου στη Huffington Post

Τα αριθμητικά στοιχεία για την εξέλιξη του μεγέθους και της ηλικιακής σύστασης του πληθυσμού της χώρας – όπως προκύπτουν από την πρόσφατη έρευνα που διεξήχθη από το Εργαστήριο Δημογραφικών και Κοινωνικών Αναλύσεων του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας – καταδεικνύουν ότι το δημογραφικό πρόβλημα αποτελεί πραγματική απειλή για την ίδια τη συνέχεια του ελληνικού έθνους. Πρόβλημα με σημαντικές προεκτάσεις, άρρηκτα συνδεδεμένο εν τέλει με την  υλοποίηση συνεκτικών πολιτικών ανάπτυξης και κοινωνικής συνοχής σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα.

Η δύναμη των αριθμών αμείλικτη. Σύμφωνα με την έρευνα, το 2050 ο πληθυσμός της Ελλάδας υπολογίζεται από 8,3 εκ. έως 10 εκ., μειωμένος από σχεδόν 11 εκ. σήμερα, με τον εν δυνάμει οικονομικά ενεργό πληθυσμό να βαίνει επίσης μειούμενος, από 7 εκ. (2015) σε 4,8 – 5,5 εκ. (2050), και τον πραγματικό οικονομικά ενεργό πληθυσμό σε εξίσου πτωτική τροχιά, από 4,7 εκ. (2015) σε μόλις 3 – 3,7 εκ. (2050). Περαιτέρω, με βάση τις ίδιες εκτιμήσεις, ο χρόνος που απομένει ώστε να είναι δυνατή η αναστροφή του δημογραφικού προβλήματος είναι πάρα πολύ περιορισμένος.

Οι δημογραφικές αυτές αναλύσεις δημιουργούν έντονο προβληματισμό για τη δυναμική του πληθυσμού και τις προοπτικές εξέλιξής του στη χώρα μας. Αλήθεια, πώς μπορεί να συνεχίσει να δημιουργεί και να αναπτύσσεται μια κοινωνία με διαρκώς συρρικνούμενο ενεργό πληθυσμό, ο οποίος καλείται να συντηρήσει έναν διαρκώς διογκούμενο πληθυσμό συνταξιούχων; Ειδικά, εάν συνεκτιμηθεί ότι η ανεργία των νέων σημειώνει ποσοστά που σκαρφαλώνουν πλέον πάνω από το 40%, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, και ότι αυτή η νεανική ανεργία συνοδεύεται από μεγάλες μειώσεις εισοδημάτων και υπερφορολόγηση, η εξίσωση του δημογραφικού προβλήματος γίνεται εξαιρετικά δισεπίλυτη. Πράγματι, υπό αυτές τις συνθήκες παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, ένα νέο ζευγάρι δύσκολα προχωρά στην απόκτηση, έστω και ενός, παιδιού. Η Ελλάδα, μαζί με την Ιταλία, καταγράφουν τον τρίτο χαμηλότερο δείκτη γεννήσεων (9‰) στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μετά τη Γερμανία (8,4‰) και την Πορτογαλία (8,5‰).

Με δεδομένες τις δυσοίωνες αυτές αναλύσεις, το δημογραφικό ζήτημα πρέπει να γίνει απόλυτη εθνική προτεραιότητα, ώστε να σχεδιαστούν και να εφαρμοστούν συνεκτικές πολιτικές για την αντιμετώπισή του. Θα τολμήσω να αναφερθώ , ενδεικτικά, σε κάποιες βασικές προϋποθέσεις, οι οποίες – κατά την άποψή μου – θα πρέπει να συντρέχουν για την οικοδόμηση μιας δέσμης μέτρων προς την επίλυση του δημογραφικού ζητήματος:

Πρώτη προϋπόθεση: φορολογικά και οικονομικά κίνητρα. Από τη μια πλευρά, ένα πιο ευνοϊκό φορολογικό σύστημα που θα επιτρέπει μεγαλύτερες εκπτώσεις σε οικογένειες με ανήλικα παιδιά. Από την άλλη πλευρά, παροχή προνοιακών επιδομάτων σε νέους, ανέργους και μη, που θα υποστηρίξουν εμπράκτως την επιθυμία των νέων ζευγαριών να αποκτήσουν παιδιά. Αντίστοιχα φορολογικά και οικονομικά κίνητρα θα μπορούσαν να προβλεφθούν και για τις νέες μητέρες που σηκώνουν μόνες τους το βάρος τους ανατροφής τέκνων.

Δεύτερη προϋπόθεση: η προώθηση πιο ευέλικτων μορφών εργασίας για τους νέους γονείς, τόσο στο δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα. Η τηλε-εργασία, αλλιώς η εργασία από το σπίτι, θα μπορούσε να αποτελέσει ισχυρό κίνητρο και λύση για τις νέες μητέρες που αγωνιούν για το μέλλον της καριέρας τους μετά την απόκτηση ενός παιδιού. Αντίστοιχες πολιτικές εφαρμόζονται ήδη σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες όπως για παράδειγμα στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου ο δείκτης γεννητικότητας είναι 12,8‰. Συναφώς, η περαιτέρω διεύρυνση πολιτικών ευέλικτου ωραρίου στην εργασία, μαζί με την ενίσχυση κινήτρων για αυτοαπασχόληση, θα έβγαζε πολλές γυναίκες από το δίλημμα οικογένεια ή καριέρα.

Τρίτη προϋπόθεση: η ίδρυση περισσότερων βρεφονηπιακών σταθμών σε όλη τη χώρα, που θα λειτουργούν με ωράριο που θα εξυπηρετεί τις εργαζόμενες μητέρες. Για τις μητέρες αυτές, όταν δεν υπάρχει βοήθεια από την οικογένεια, η απόκτηση ενός παιδιού γίνεται συχνά απαγορευτική. Η παράταση της άδειας λοχείας για όλες τις εργαζόμενες μητέρες θα μπορούσε να ενταχθεί στο ίδιο πλαίσιο πολιτικών.

Τα προαναφερόμενα κίνητρα προκρίνονται ως πιο στοχευμένα για τη διευκόλυνση των γονιών που επιθυμούν να αποκτήσουν παιδιά, σε σύγκριση με λιγότερο αποτελεσματικά μέτρα που ενδέχεται να έχουν σημαντικές παρενέργειες σε άλλα πεδία κοινωνικής πολιτικής. Τέτοιο αρνητικό παράδειγμα αποτελεί η πρόωρη συνταξιοδότηση για μητέρες ανήλικων τέκνων, η οποία και μπορεί να επιβαρύνει υπέρμετρα το ασφαλιστικό σύστημα, διογκώνοντας αφενός τις δαπάνες συνταξιοδότησης, και ενισχύοντας αφετέρου την αδήλωτη εργασία. Γιατί, καμία νέα γυναίκα στα 50 της χρόνια δεν θα παραμείνει παροπλισμένη, ούσα συνταξιούχος, όταν το παιδί της έχει περάσει το κατώφλι της εφηβείας, αλλά μάλλον θα αναζητήσει πρόσθετο – πιθανώς αδήλωτο – εισόδημα. Αντί αυτού, η ίδια γυναίκα θα μπορούσε να συνεχίσει την επαγγελματική της ζωή σε μία εξαιρετικά παραγωγική ηλικία, έχοντας επωφεληθεί από μεγαλύτερη άδεια ανατροφής στα πρώτα χρόνια της ζωής του παιδιού ή/και άλλες μορφές ευελιξίας στην εργασία. Έναν τέτοιο επανασχεδιασμό πολιτικών επιχείρησε με μεγάλη επιτυχία η Σουηδία, όπου ο δείκτης γεννητικότητας είναι 11,9‰.

Τέταρτη προϋπόθεση: δεν πρέπει, επίσης, να υποτιμάται η σημασία της αναβάθμισης του δημόσιου χώρου, ιδίως στα αστικά κέντρα. Η δημιουργία δημόσιου χώρου και η αποτελεσματική διαχείρισή του, είτε αυτός είναι χώρος κοινωνικοποίησης, χώρος πολιτισμού, χώρος αθλητισμού ή χώρος πρασίνου, σχετίζεται άμεσα με την ίδια τη ποιότητα ζωής.  Η εικόνα ενός γονιού με καρότσι που ναρκοβατεί πάνω στα πεζοδρόμια–παγίδες ή ενός εγκλωβισμένου παιδιού σε διαμέρισμα, χωρίς ευκαιρίες για κοινωνικοποίηση και ψυχαγωγία, αποτελεί σαφώς αντικίνητρο για τους νέους γονείς.

Η κοινωνία έχει ανάγκη από βιώσιμες πολιτικές απασχόλησης, κοινωνική πολιτική με κέντρο τον άνθρωπο, δράσεις που θα στοχεύουν στην κοινωνική συνοχή. Ωστόσο, απαιτείται συγκεκριμένη στόχευση και άοκνη δουλειά, καθώς οι μεμονωμένες και αποσπασματικές πρακτικές δεν μπορεί να έχουν μακροχρόνια αποτελέσματα. Απαιτείται, συναφώς, υπευθυνότητα από όλες τις πολιτικές δυνάμεις της χώρας. Υπεύθυνη πολιτική ηγεσία είναι εκείνη που καθοδηγεί προς την υλοποίηση δράσεων για τις επόμενες γενιές, παρότι δεν θα βρίσκεται εκείνη στο τιμόνι της χώρας. Υπεύθυνο πολιτικό προσωπικό είναι εκείνο που, με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον, ενώνει τις δυνάμεις του για έναν εθνικό σκοπό. Η επίλυση του δημογραφικού προβλήματος συνιστά αδιαμφισβήτητα εθνικό σκοπό.

Οι πολιτικές ανάσχεσης της δυσοίωνης δυναμικής του πληθυσμού χρειάζονται χρόνο για να αποδώσουν, όπως και η αύξηση του ποσοστού γεννήσεων χρειάζεται δεκαετίες για να μετατραπεί σε αύξηση του εργατικού δυναμικού. Δεδομένου του εύρους της απειλής, οφείλουμε, ωστόσο, να εργασθούμε τάχιστα και με όραμα για την ουσιαστική αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος στη χώρα μας.

Εδώ η ηλεκτρονική δημοσίευση του άρρθου στη The Huffington Post

Back To Top